ρομβώ

(I)
και ῥυμβῶ, -έω, Α [ῥόμβος / ῥύμβος]
περιστρέφω.
————————
(II)
-όω, Α [ῥόμβος]
δίνω σε κάτι το σχήμα ρόμβου.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ῥόμβῳ — ῥόμβος bull roarer masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • RHEA — I. RHEA Caeli et Terrae filia, Hesiod. in Theogon. v. 133. ubi de Terrae filiis: Οὐρανῷ εὐνηθεῖςα, τέκ᾿ Ω᾿κεανὸν βαθυδίνην, Κοῖόν τε Κρεῖον θ᾿ Υ῾περίονά τ᾿ Ι᾿απετόν τε, Θεῖαν´ τε Ρ῾εῖάν τε, Θέμιν τε Μνημοςύνηντε. At Orpheus in Hymnis Rheam primam …   Hofmann J. Lexicon universale

  • επιρρομβώ — ἐπιρρομβῶ, έω (Α) [ρομβώ] 1. κάνω κρότο, χτυπώ («ἐπιρρόμβεισι δ’ ἄκουαι», Σαπφ.) 2. εφορμώ από ψηλά εναντίον κάποιου με ήχο που προέρχεται από περιστροφική κίνηση …   Dictionary of Greek

  • περιρρομβώ — έω, ΜΑ κάνω κάτι να περιστραφεί σαν ρόμβος, στριφογυρίζω κυκλικά, αναποδογυρίζω κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < περι * + ῥομβῶ «περιστρέφω κάτι σαν ρόμβο»] …   Dictionary of Greek

  • ρομβίζω — Α περιστρέφω, συστρέφω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ῥομβῶ (Ι), κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • ρομβητής — ὁ, Α [ῥομβῶ (Ι)] αυτός που στριφογυρίζει σαν ρόμβος, σαν τροχός …   Dictionary of Greek

  • ρομβητός — ή, όν, Α [ῥομβῶ (Ι)] αυτός τον οποίο περιστρέφει κανείς («ῥομβητοὺς δονέων λυσσομανεῑς πλοκάμους», Ανθ. Παλ.) …   Dictionary of Greek

  • ρομβωτός — ή, ό / ῥομβωτός, ή, όν, ΝΑ [ῥομβῶ (ΙΙ)] νεοελλ. χωρισμένος σε ρομβοειδή σχήματα αρχ. κατασκευασμένος σε σχήμα ρόμβου …   Dictionary of Greek

  • ρυμβώ — έω, Α (αττ. τ.) βλ. ῥομβῶ (Ι) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.